Γιατί οι «περιοδικατζήδες» είναι καλοί παρουσιαστές;

Ήμουν 16 ετών, όταν πέρασα για πρώτη φορά την είσοδο των γραφείων ενός περιοδικού. Το θυμάμαι σαν χθες. Τα γραφεία του περιοδικού Colt βρίσκονταν σε ένα νεοκλασσικό κτίριο στην οδό Διονυσίου Αρεοπαγήτου, πριν ακόμα πεζοδρομηθεί. Περίεργος, όπως ανέκαθεν ήμουν, έμπαινα μέσα σε όλα τα γραφεία, άκουγα τις συζητήσεις των δημοσιογράφων και ένιωσα από την πρώτη στιγμή αυτόν το δημιουργικό οργασμό που επικρατούσε στο χώρο.

Στο ατελιέ, δεν υπήρχαν υπολογιστές, παρά μόνο τεράστια τραπέζια, στα οποία κολλούσαν τις φωτογραφίες και τα κείμενα πάνω σε μακέτες. Η μυρωδιά του χαρτιού, ήταν συναρπαστική και ομολογώ πως ακόμα και σήμερα την έχω στα ρουθούνια μου. Εκεί, λοιπόν, στο Colt, γνώρισα πολλούς δημοσιογράφους, που ήταν νέοι και γεμάτοι όρεξη και όνειρα. Πάνος Ζόγκας, Στέλιος Παπαζαφειρόπουλος, Γιάννης Φιλίππου, Λουκάς Καρνής, Μιχάλης Φουρφουρής και πολλοί ακόμα που είχαν ένα σημαντικό κοινό χαρακτηριστικό: Αγάπη για το κείμενο, τις λέξεις, τις περιγραφές, το ρεπορτάζ. Εκεί γνώρισα για πρώτη φορά και τον δημοσιογράφο Βασίλη Μπόνιο, ο οποίος ήταν ο διευθυντής του περιοδικού, αλλά και ένας άνθρωπος που έπαιξε σημαντικό ρόλο στο να ακολουθήσω το επάγγελμα της δημοσιογραφίας.

Λίγο πριν το τέλος της 3ης Λυκείου, είχα αποφασίσει να γίνω δημοσιογράφος και γράφτηκα στο «Εργαστήρι Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας». Ναι,τη σχολή που όπως χαρακτηριστικά έλεγε η διαφήμιση «Και η Λιάνα Κανέλλη, και ο Νίκος Χατζηνικολάου και ο Τέρενς Κουί». Δεν ήταν, όμως, μόνο τα «μεγάλα ονόματα» της διαφήμισης. Αυτή ήταν μόνο η αρχή, διότι όντας σπουδαστής πλέον στο Εργαστήρι είχα την τύχη να έχω καθηγητές τον κριτικό θέατρου Κώστα Γεωργουσόπουλο, τον Νικόλα Βουλέλη (σ.σ: διευθυντή τότε του ΑΠΕ), τον Σταύρο Απέργη (σ.σ: διευθυντή σύνταξης της Ελευθεροτυπίας), τον Γιώργο Γεωγλερή, ανθρώπους που μας μετέδιδαν με πάθος και όρεξη τις γνώσεις τους, αλλά και την σημασία του να είσαι δημοσιογράφος με όλη την έννοια της λέξης.

Η πρώτη μου δουλειά ήταν το 2000 στο περιοδικό Τηλέραμα, ενώ στην πορεία συνεργάστηα με τα μεγάλα μαγαζιά της εποχής, όπως η ΙΜΑΚΟ και οι Αττικές Εκδόσεις. Η ΙΜΑΚΟ ήταν ένα φυτώριο ταλέντων, καθώς οι περισσότεροι προέρχονταν από τις εκδόσεις του Άρη Τερζόπουλου. Άνθρωποι που λάτρευαν το κείμενο, το ρεπορτάζ, την έρευνα, τις συνεντεύξεις. Στο δεύτερο όροφο της Μαρίνου Αντύπα 41-16, ήταν ένας μεγάλος ανοιχτός χώρος με όλους τους δημσιογράφους, ενώ τα γραφεία των διεθυντών με τους αρχισυντάκτες ήταν στη μια πλευρά του ορόφου. Εκεί γνώρισα όλους τους διεθυντές των περιοδικών, αλλά κυρίως παρακολουθούσα το πάθος τους για τη δουλειά. Σε ένα από αυτά τα γραφεία ήταν η Νάνσυ Ζαμπέτογλου που ήταν επικεφαλής του Down Town, μαζί με τον Θανάση Αναγνωστόπουλο και τον Πάνο Ζόγκα.

Χωρίς να έχουμε ανταλλάξει πολλά λόγια με την Νάνσυ, όποτε πήγαινα στην ΙΜΑΚΟ, την έβλεπα πάντα πίσω από την οθόνη του υπολογιστή, να γράφει κείμενα, να οργανώνει τα θέματα του περιοδικού, να βρίσκεται σε μια διαρκή εγρήγορση και να σαρώνει όλη την επικαιρότητα, καθώς δεν υπήρχε πρωταγωνιστής της επικαιρότητας που να μην μιλούσε στο Down Town. Κάνω αυτόν το πρόλογο, ώστε να περάσω ευθύς αμέσως στο κυρίως θέμα του κειμένου και αφορά τόσο τη Νάνσυ Ζαμπέτογλου, όσο και το Θανάση Αναγνωστόπουλο.

Ένα δημοσιογράφος, εδραιώνεται και γίνεται καλός σε αυτό που κάνει μόνο μέσα από το κείμενο του, την αφηγηματική του δεινότητα, την περιγραφικότητα, τις εικόνες που δημιουργεί, αλλά και τις πηγές που έχει. Το κείμενο είναι ένα απαραίτητο εργαλείο που, εκτός των άλλων, σε εξελίσσει επαγγελματικά και σε κάνει να είσαι εξίσου δυνατός και στα υπόλοιπα Μέσα. Αν έχεις δυνατό κείμενο, τότε θα έχεις ακόμα πιο δομημένη σκέψη, ειρμό που ρέει και λόγο με αρχή, μέση, τέλος. Ένας δημοσιογράφος που είναι καλός στο κείμενο, θα είναι πολύ καλός στην παρουσίαση, αλλά και στις τηλεοπτικές συνεντεύξεις. Νόμος.

Τρανό παράδειγμα των παραπάνω, είναι η εκπομπή «Στούντιο 4» που παρουσιάζει η Νάνσυ Ζαμπέτογλου τον Θανάση Αναγνωστόπουλο. Η επιτυχία δεν ήρθε ουρανοκατέβατη, δεν ήταν τυχαία. Απεναντίας, ήταν το απόσταγμα της εμπειρίας, της αγάπης και του πάθους των παρουσιαστών με τα έντυπα. Η καθημερινή τους τριβή με τις λέξεις, τα πρόσωπα, το ρεπορτάζ και τις αμέτρητες συνεντεύξεις που έχουν κάνει.

Δυστυχώς τα περιοδικά πνέουν τα λοίσθια. Μάλιστα, πριν από καμία δεκαριά χρόνια, ο Άρης Τερζόπουλος μου είχε πει χαρακτηριστικά «Τα περιοδικά έχουν πεθάνει». Αυτό, όμως, δεν πρέπει να σταθεί εμπόδιο στη νέα γενιά που θέλει να ασχοληθεί με τη δημοσιογραφία. Το λάθος των σημερινών πιτσιρικάδων που θέλουν να αυτοαποκαλούνται δημοσιογράφοι είναι τα κοντά όνειρα: Να πάνε σε μια εκπομπή, να ξεκινήσουν ως ρεπόρτερ, με μοναδικό στόχο να κερδίζουν μέρα με τη μέρα πλάνα, με αποκορύφωμα να γίνουν πάνελ σε εκπομπή. Λάθος πρόσέγγιση. Με αυτό που πρωτίστως πρέπει να καταπιαστούν με θρησκευτική ευλάβεια είναι το κείμενό τους. Το κείμενο, η ατζέντα (που θα χτίζεται σιγά σιγά), το ρεπορτάζ, το διάβασμα, αλλά ο διαρκής εμπλουτισμός του λεξιλογίου, είναι τα όπλα στη φαρέτρα ενός δημοσιογράφου.

Όλοι εμείς που αγαπήσαμε τα περιοδικά, τα κείμενα και τις λέξεις, μπορέσαμε όχι μόνο να σταθούμε μπροστά σε ένα τηλεοτικό φακό, αλλά να και να τον καταπιούμε. Η Νάνσυ και ο Θανάσης είναι δυο άνθρωποι που πρέπει να παρακολουθήσει ένα νέο παιδί που επιθυμεί να ακολουθήσει το επάγγελμα του δημοσιογράφου. Οκ, τα περιοδικά μπορεί να «πέθαναν», αλλά το κείμενο πάντα θα ζει. Και είναι κρίμα να υπάρχουν μετρημένα sites στα οποία μπορείς να διαβάσεις διυσδειτικά κείμενα. Κείμενα με άποψη, αλήθεια, κείμενα που στο τέλος κάτι θα έχουν να σου δώσουν.

Συνεπώς, γίνε πρώτα δημοσιογράφος και ύστερα δημοσιολόγος. Και ίσως μια μέρα θα σταματήσουμε να ακούμε από παρουσιαστές να λένε «ΟκτώΜβρη» και όχι «Οκτώβρη».