Κατερίνα Ζαρίφη: «Είχαμε τόσο δαιμονισμένο κέφι, που με τρόμαξε»

Τον Ιούλιο του 2019, η Κατερίνα Ζαρίφη είχε δώσει μια συνέντευξη στον δημοσιογράφο Μαρίνο Βυθούλκα για το περιοδικό People. Σε εκείνη την συνέντευξη, η παρουσιάστρια και ραδιοφωνική παραγωγός αποκάλυψε την πιο δύσκολη περίοδο στη ζωή της, ενώ μίλησε για την γνωριμία της με τη Ζωή Λάσκαρη, τον καταλυτκό ρόλο που έπαιξε η αείμνηστη ηθοποιός για την παρθενική της εμφάνιση στο θέατρο, αλλά και για το όνειρό της να ανοίξει ένα τσιπουράδικο. Παρακάτω, ακολουθεί ένα απόσπασμα από εκείνη τη συνέντευξη που δημοσιεύτηκε πριν από σχεδόν επτά χρόνια, αλλά φαίνεται σαν να έγινε χθες.
Σου έχει τύχει αυτά τα χρόνια να πεις από μέσα σου «Που έμπλεξα. Δεν συνεργάζομαι ξανά μαζί του/της»;
Δεν έχω δουλέψει με ανθρώπους που πραγματικά να σιχαίνονται ο ένας τον άλλο. Δεν νομίζω πως θα μπορούσα να τα βγάλω και πέρα. Σίγουρα, όμως, δεν θα έκανα πράγματα τα οποία δεν με εκφράζουν. Ο κόσμος της τηλεόρασης δεν είναι αγγελικά πλασμένος. Σαφώς και έχω περάσει δύσκολες στιγμές. Το έχεις βιώσει και εσύ. Το επάγγελμά μας είναι ψυχοφθόρο και κάπως σχιζοφρενικό από μόνο του. Είσαι μπροστά από έξι κάμερες που πρέπει κάθε μέρα να δίνεις τον καλύτερό σου εαυτό. Είναι λίγο σουρεάλ σαν επάγγελμα.
Ποιά ήταν η πιο δύσκολη περίοδος της ζωής σου που έπρεπε να φαίνεται χαμογελαστή, ενώ στη πραγματικότητα δεν ήσουν;
Είναι 26 Μαρτίου 2014. Είμαι στην εκπομπή της Ελένης Μενεγάκη και γιορτάζουμε τα γενέθλιά μου. Είχαμε τόσο δαιμονισμένο κέφι, που με τρόμαξε. Μόλις τελείωσε η εκπομπή, με πήρε τηλέφωνο η μητέρα μου και μου είπε πως πρέπει να έρθει ο πατέρας μου στην Αθήνα για εξετάσεις γιατί κάτι δεν πάει καλά. Εκεί μου κόπηκαν τα πόδια. Από το απίστευτο κέφι, βούτηξα μέσα στον Καιάδα. Το διάστημα από εκείνη την ημέρα μέχρι και το καλοκαίρι που τον χάσαμε ήταν πολύ δύσκολο και επίπονο. Ο πατέρας μου δεν γνώριζε πως είχε καρκίνο και εγώ όταν έβγαινα στην εκπομπή της Ελένης, προσπαθούσα να είμαι καλά, ώστε να μην καταλάβει πως συμβαίνει κάτι και με έχει πάρει από κάτω. Αυτοί οι τέσσερις μήνες ήταν οι δυσκολότεροι της ζωής μου. Ο θάνατος του πατέρα μου με δίδαξε είναι πως τα αποθέματα δύναμης που έχουμε είναι ατελείωτα. Εκεί καταλαβαίνεις πως το κομμάτι της αναγνωρισιμότητας και της ματαιοδοξίας που υπάρχει στην τηλεόραση είναι κολοκύθια τούμπανα μπροστά στην ανθρώπινη ζωή. Πλέον, δεν αποδέχομαι το καλάμι από κανένα.
Προφανώς έχει υπάρξει καλάμι σε απόσταση αναπνοής από σένα…
Να μου βγάζει το μάτι, που λέει ο λόγος! Βλέπω ανθρώπους να μπαίνουν μέσα σε καλέσματα. Τους παρατηρώ, βλέπω την στάση, την συμπεριφοράς τους και λέω μέσα μου «Χριστέ μου. Ας πάει κάποιος να του πει: Ποιος νομίζεις πως είσαι;».
Έχασες ποτέ την μπάλα με την δημοσιότητα;
Νομίζω πως στην αρχή χάνεται η μπάλα ούτως ή άλλως. Και χάνεται, μόλις ξεκινήσουν να σου λένε «Α είστε η κοπέλα που δουλεύετε στη τηλεόραση;». Σε προσωπικό επίπεδο, επειδή διατηρώ έναν κύκλο ανθρώπων από την εποχή που πήγαινα σχολείο, αυτός ο κύκλος με γειώνει. Η οικογένεια, οι φίλοι μου και ο σύντροφός μου με γειώνουν και με επαναφέρουν πάντα στην πραγματικότητα. Αυτοί οι άνθρωποι είναι η ευλογία μου και με μαζεύουν όποτε και αν χρειαστεί. Ειδικά με το θέατρο, που ο κόσμος είναι από κάτω, ενθουσιάζεται μαζί σου και σε χειροκροτεί, σου έρχεται μια ζούρλα στην αρχή. Μετά, τρως και από εκεί την σφαλιάρα σου και ηρεμείς.
Με το θέατρο πως αποφάσισες να ασχοληθείς;
Τον Μάρτιο του 2016 που έκλεισα τα 40 είπα στον εαυτό μου πως θα κάνω το απόλυτο restart και αποφάσισα ότι δεν θέλω να έχω απωθημένα. Από μικρό παιδί είχα μια μανία με το θέατρο και ομολογώ πως η υποκριτική ήταν ένα απωθημένο μου. Ωστόσο, δεν είχα μπει σε αυτά τα μονοπάτια, ούτε είχα επαφές με τους θεατρικούς κύκλους για να χτυπήσω πόρτες. Λίγο ύστερα από τα γενέθλιά μου, με πήρε τηλέφωνο η Μαργαρίτα Δρούτσα, η οποία μου είπε πως θέλει να με συναντήσει η Ζωή Λάσκαρη για να μου προτείνει ένα ρόλο για το νέο έργο που ετοίμαζε τότε, το «Δουλειές με φούντες». Έπαθα σοκ, τρελάθηκα. Όντως συναντηθήκαμε στο αγαπημένο της στέκι, την Αθηναΐδα. Η Ζωή ήταν τηλεορασάκιας, Ήξερε ατάκες μου από την εκπομπή. Παρατηρούσε τα πάντα: Από τα λόγια μέχρι τις κινήσεις μου. Μου έλεγε πράγματα για μένα που δεν τα θυμόμουν ούτε εγώ. Όταν μιλήσαμε για τον ρόλο, μου είπε χαρακτηριστικά «Δεν επιδέχεται αρνήσεως η πρόταση. Σε επέλεξε η Λάσκαρη». Ήταν μια τεράστια τιμή για μένα. Δυστυχώς, δεν με είδε ποτέ να παίζω, διότι την περίοδο που ετοιμάζαμε το έργο, έφυγε από τη ζωή.
Eίσαι μια επαγγελματίας που εργάζεται πολλές ώρες την ημέρα από το πρωί μέχρι το βράδυ. Έχεις ελεύθερο χρόνο για την προσωπική σου ζωή;
Αυτό που μου λείπει, είναι το μεγαλείο του «χαμένου χρόνου», του χρόνου που κάθεσαι με την ξεχειλωμένη πυτζάμα στον καναπέ, βλέπεις τηλεόραση και τρως πατατάκια. Σαν χαρακτήρας, δεν κοιτάω πριν τελειώσω μια δουλειά, να καβατζάρω την επόμενη. Μπορεί να σου πω ότι του χρόνου χρειάζομαι αγρανάπαυση. Η αλήθεια είναι πως χρειάζομαι περισσότερο χρόνο για τον εαυτό μου και δεν βλέπω την τηλεόραση με πλάνο πενταετίας. Το όνειρό μου είναι να ανοίξω ένα τσιπουράδικο, να ακούω ρεμπέτικα, να μαγειρεύω και να έρχονται οι φίλοι μου να πίνουμε τσίπουρα. Όχι όμως επειδή θα έχω πολλά χρήματα στην άκρη. Σου προσυπογράφω πως δεν θα έχω ποτέ, διότι η σχέση μου με το χρήμα δεν είναι καθόλου καλή.
Σε έχουν κουράσει οι ερωτήσεις για γάμο και παιδιά;
Ναι, πάρα πολύ. Είμαι από τους ανθρώπους που θα έκανα και πιο απλά πράγματα, όπως το σύμφωνο συμβίωσης, το οποίο σε γλυτώνει από πόνο, κόπο και χρήμα. Ακόμα και η μητέρα μου δεν είναι από εκείνες που θα με πίεζε να παντρευτώ. Ο πατέρας μου από την άλλη το είχε σκεφτεί. Λίγο καιρό πριν φύγει από τη ζωή, κάναμε μια κουβέντα και μου είπε πως αυτό που θέλει είναι να βλέπει τα παιδιά του ευτυχισμένα. Προσωπικά, η συνθήκη της προετοιμασίας ενός γάμου, με αγχώνει περισσότερο ακόμα και από έναν 24ωρο τηλεμαραθώνιο. Θα προτιμούσα να έκανα ένα σύμφωνο συμβίωσης και να το γιορτάσω με τους φίλους μας σε ένα μπιτσόμπαρο. Όσον αφορά τα παιδιά, μια φίλη μου είχε πει πως δεν είμαστε όλες γεννημένες για μαμάδες και θυμάμαι πόσο σεβάστηκα αυτό που είπε. Προσωπικά, τα παιδιά τα λατρεύω και είμαι σίγουρη πως θα ήμουν πολύ καλή μαμά, γιατί έχω πολλά αποθέματα αγάπης. Όταν, όμως, μια γυναίκα περνάει τα σαράντα, θεωρώ πως είναι τρομερή αγένεια να την ρωτάς αν θα έκανε παιδιά. Γιατί δεν μπορείς να γνωρίζεις τι συνθήκες επικρατούν. Υπάρχει η πιθανότητα να μην μπορεί να κάνει παιδιά. Όσο ρατσιστικό είναι να ρωτάς μια παχουλή γυναίκα «γιατί δεν αδυνατίζεις», άλλο τόσο είναι να την ρωτάς «γιατί δεν έχεις κάνει παιδί». Μου σηκώνεται η τρίχα μόνο που το σκέφτομαι, διότι στο περιβάλλον μου είχα και έχω φίλη που δεν μπορούσε να κάνει παιδί και συνέχεια την ρωτούσαν. Αυτό για μια γυναίκα που θέλει να γίνει μάνα, είναι μαχαιριά στη καρδιά. Σε έναν άντρα που περνάει τα σαράντα, δεν γίνονται τέτοιου είδους ερωτήσεις. Οπότε, μου γυρνάει το μάτι.
