Χρήστος Μάστορας: «Εγώ μόνο ερωτεύομαι»

Τον Νοέμβριο του 2019, ο δημοσιογράφος Μαρίνος Βυθούλκας είχε συναντήσει τον Χρήστο Μάστορα για λογαριασμό του περιοδικού People. Σε εκείνη τη συνέντευξη, ο τραγουδιστής είχε ξετυλίξει το κουβάρι της ζωής του και μίλησε για τα σχολικά του χρόνια, το ΤΕΙ που πέρασε χωρίς να διαβάσει, τη συγκατοίκηση που «γέννησε» τις Μελιsses και τον ρόλο που παιζει ο έρωτας στη ζωή του. Ακολουθεί ένα απόσπασμα από εκείνη τη συνέντευξη που έγινε έξι χρόνια πριν:
Έφτασε στο ραντεβού μας, χαμογελαστός, αλλά και με μια σχετική συστολή. Είναι η πρώτη φορά που τον έβλεπα από κοντά και ομολογώ πως ο Χρήστος είναι από αυτές τις «clean cut» προσωπικότητες, με ένα «καθαρό» πρόσωπο και ένα εξίσου φωτεινό βλέμμα, που δεν σου αφήνει περιθώρια να μην το συμπαθήσεις. Απεναντίας, αν αισθανθεί άνετα, αφήνει περιθώρια να τον γνωρίσεις καλύτερα ώστε να μάθεις τι κρύβεται πίσω από τον Χρήστο Μάστορα, τον lead singer του συγκροτήματος Μελιsses. Τον Χρήστο που γεννήθηκε στο Βοδίνο Δρόπολης τον Νοέμβριο του 1986. «Το Βοδίνο είναι ο τόπος καταγωγής μου. Κι εκεί είναι η Ελλάδα μας», προσθέτει εκείνος, ενώ μου εξηγεί πως τρία χρόνια μετά, η οικογένεια Μάστορα εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, σε ένα σπίτι στα Πετράλωνα».
«Σαν χαρακτήρας ήμουν πάντα εσωστρεφής»
Μεγάλωσε σε μια ιδιαίτερα δεμένη οικογένεια, ενώ οι πρώτες εικόνες από την παιδική του ηλικία καθόρισαν κατά κάποιον τρόπο την μετέπειτα πορεία του στη μουσική. «Αν και δεν φημίζομαι για την καλή μου μνήμη, υπάρχει μια φωτογραφία που στιγμάτισε όλη μου τη ζωή. Σε αυτή τη φωτογραφία είναι ο πατέρας μου που παίζει κιθάρα, με εμένα να είμαι σχεδόν κρεμασμένος από το μπράτσο της ηλεκτρικής κιθάρας. Αργότερα, ο πατέρας μου, μου εξήγήσε πως η συγκεκριμένη κιθάρα είναι custom, δηλαδή είχε φτιαχτεί εξολοκλήρου από εκείνον. Ο πατέρας μου είχε σπουδάσει στο πολυτεχνείο Μηχανικός Μεταλλείων, αλλά η μουσική και το τραγούδι ήταν το χόμπι του. Βέβαια δεν ήταν τόσο καλός όσο εγώ», λέει με χιούμορ. Μολονότι ο πατέρας του ήθελε να τον γράψει στο ωδείο για να μάθει πιάνο, ο Χρήστος αντιδρά και του ζητάει να ξεκινήσει μαθήματα ηλεκτρικής κιθάρας. Κι ενώ όλα τα αγοράκια της ηλικίας του παίζουν μπάλα και κρυφτό, εκείνος είναι στο δωμάτιό του, φτιάχνει μουσικές και ξεκινάει δειλά δειλά να ανακαλύπτει τον συναρπαστικό κόσμο της μουσικής μέσα από ένα ειδικό πρόγραμμα που είχε βάλει στον υπολογιστή του. «Πιτσιρικάς είχα ως πρότυπο το συγκρότημα των Deep Purple. Ήθελα να γίνω μεταλάς. Ουσιαστικά ξεκινήσαμε να φτιάχνουμε με φίλους μπάντες και από το λύκειο κιόλας εμφανιζόμασταν σε μουσικές σκηνές, χωρίς βέβαια να πληρωνόμαστε», συμπληρώνει. Η πρώτη του μπάντα ονομάζεται True Illusion είναι μια metal band, ενώ λίγο καιρό αργότερα μαζί με φίλους δημιουργούν το συγκρότημα Crazy Lazy. «Σε αυτό το γκρουπ τραγουδούσαμε covers άλλων συγκροτημάτων και όταν εμφανιζόμασταν σε μαγαζιά, μαζεύαμε τους φίλους μας, οι οποίοι ήταν κι εκείνοι που μας πλήρωναν κατά κάποιο τρόπο, διότι τα μαγαζιά δεν μας έδιναν σταθερά λεφτά, παρά μόνο κάποια ποσοστά από τον κόσμο που θα μαζεύαμε», εξηγεί και συνεχίζει. «Σαν χαρακτήρας ήμουν πάντα εσωστρεφής. Το ότι κατάφερα να ανέβω πάνω στη σκηνή και να τραγουδήσω ήταν ένα θαύμα, δεν ξέρω πως έγινε. Φαντάσου πως όταν ερχόταν κόσμος στο σπίτι, κλειδωνόμουν στο δωμάτιο για να μην πω καλησπέρα. Ήμουν πολύ ντροπαλός και παραμένω ακόμα αθεράπευτα ντροπαλός. Θα πρέπει να χαλαρώσω πολύ, ώστε να ανοιχτώ και να μιλήσω σε κάποιον για μένα», λέει με ειλικρίνεια.
«Παίδεψα αρκετά τους γονείς μου»
Εξίσου ντροπαλός ήταν και ως μαθητής στο 33ο Λύκειο στο Κουκάκι, όπου πήγαινε σχολείο. «Στο σχολείο με άκουσαν να τραγουδάω για πρώτη φορά στη δευτέρα λυκείου σε μια γιορτή που είχαμε κάνει για το Πολυτεχνείο. Είχα τραγουδήσει το Imagine και έπαθαν πλάκα οι συμμαθητές μου, διότι δεν τον περίμεναν». Στο σχολείο επίσης πήγαινε πάντα διαβασμένος, καθότι δεν ήθελε ποτέ να τον σηκώσει καθηγητής και να μην ξέρει το μάθημα. «Όταν με φώναζαν οι καθηγητές, με έπιανε κρύος ιδρώτας. Ήμουν από τους καλούς μαθητές, αλλά μέχρι την Τρίτη Λυκείου, οι βαθμοί άρχισαν να πέφτουν σαν τα Boeing που πάνε για προσγείωση. Θυμάμαι πως ο καθηγητής των θρησκευτικών μου έλεγε ‘’Μάστορα, ξεκίνησες από ψηλά και έφτασες να ξηλώνεις τις κεραίες στις πολυκατοικίες’’. Ήμουν μαθητής του 18, αλλά στην Τρίτη Λυκείου έβγαλα μέσο όρο 16. Ήμουν από τους μαθητές που δεν άνοιγαν εύκολα βιβλίο στο σπίτι. Τα έπαιρνα από την παράδοση». Τελειώνοντας το σχολείο, ήταν σίγουρος για την επιλογή του: Να γίνει μουσικός και τραγουδιστής. Ωστόσο, για χάρη των γονιών του έδωσε πανελλήνιες εξετάσεις και με την δεύτερη πέρασε στο ΤΕΙ Αθηνών στο τμήμα οινολογίας. «Παίδεψα αρκετά τους γονείς μου. Ο πατέρας μου ήθελε να είμαι καλός μαθητής και πρώτος σε ότι κι αν κάνω. Ουσιαστικά πέρασα στο ΤΕΙ χωρίς να διαβάσω. Παρακολούθησα καμιά δεκαριά φορές, αλλά αυτό που συνάντησα εκεί δεν μου άρεσε καθόλου. Αυτή η πολιτικοποίηση στις σχολές δεν ήταν καθόλου του χαρακτήρα μου. Οπότε, μοιραία σταμάτησα να πηγαίνω». Όντας πρωτοετής φοιτητής, κάνει live με την μπάντα Crazy Lazy, ενώ παράλληλα ξημεροβραδιάζεται στο δωμάτιό του με μια κιθάρα μπροστά σε έναν υπολογιστή, φτιάχνοντας μουσικές. Με το συγκρότημα εμφανίζονται στο Όνομα του Ρόδου, τον Σταυρό το Νότου και την Αρχιτεκτονική. «Το 2006, μου έγινε μια πρόταση από το συγκρότημα 1550 να εμφανίζομαι μαζί τους ως guest για να λέω κάποια ξένα τραγούδια. Τότε ξεκίνησα να βγάζω ένα καλό μεροκάματο. Τα καλοκαίρια δούλευα barman σε μπαρ στην παραλία του Φάραγγα στην Πάρο και τον χειμώνα εκτός από το τραγούδι, εργαζόμουν ως barman στο Κολωνάκι. Ήμουν 20 ετών και έβγαζα κάποια χρήματα, με αποτέλεσμα να μην ανησυχούν πολύ οι γονείς μου. Και λέω πως δεν ανησυχούσαν πολύ, διότι όταν τους ανακοίνωσα πως θέλω να γίνω μουσικός και να βιοπορίζομαι από αυτό, δυσκολεύονταν να με πιστέψουν. Παρόλα αυτά, με υποστήριζαν πολύ». Στα 19 του χρόνια αποφασίζει να φύγει από το σπίτι και να συγκατοικήσει με την τότε κοπέλα του. «Στην αρχή τα πράγματα πήγαν καλά με την συγκατοίκηση, αλλά στην πορεία δυσκόλεψαν. Μέσα από μια συγκατοίκηση μαθαίνεις καλύτερα τον εαυτό σου. Και αυτό που κατάλαβα είναι πως σαν άνθρωπος είμαι σχεσάκιας και με ένα μαγικό τρόπο όταν έβγαινα από μια σχέση, έμπαινα σε μια άλλη. Με μοναδική εξαίρεση την περίοδο που έμενα μαζί με τον Παντελή τον πληκτρά μας. Εκείνη ήταν μια ιδιαίτερα δημιουργική και παραγωγική περίοδος στη ζωή μου, διότι στήναμε τις Μελιsses. Ουσιαστικά μείναμε μαζί ένα χρόνο πριν κυκλοφορήσει το πρώτο μας τραγούδι, το Κρυφά».
«Ο ντράμερ μας είχε αντιρρήσεις για το όνομα Μελιsses»
Το 2009 οι Μέλιsses συστήνονται στο κοινό και σχετικά γρήγορα, η μπάντα αποκτά φανατικούς θαυμαστές και θαυμάστριες. «Αυτό που καταφέραμε είναι να βγούμε με δικά μας τραγούδια και να μην παραμείνουμε μια cover band που παίζει τραγούδια άλλων συγκροτημάτων. Δουλέψαμε πάρα πολύ τόσο με τους στίχους όσο και με την σύνθεση, ώστε να μπούμε δυναμικά στο χώρο της δισκογραφίας», εξομολογείται. Μεγάλο ενδιαφέρον έχει η ιστορία πίσω από το όνομα Μελιsses, αλλά και το πώς προέκυψε. «Ήμασταν όλα τα μέλη του γκρουπ στο Θησείο και πίναμε ρακόμελα. Κάποια στιγμή, περνάει ένας τύπος και φωνάζει ‘’Εδώ τα καλύτερα μέλια από τις καλύτερες μέλισσες. Ήταν πολύ κουφό. Ένας από εμάς, τσιμπάει την ατάκα και ρίχνει την ιδέα στο τραπέζι να βάλουμε το συγκρότημα Μέλισσες. Ενώ μας άρεσε πολύ, για κάποιο λόγο ο ντράμερ μας είχε αντιρρήσεις για το συγκεκριμένο όνομα. Είχε ασκήσει βέτο! Ευτυχώς, καταφέραμε να τον πείσουμε και ιδού τα αποτελέσματα». Όση ώρα συζητάμε, παρατηρώ πως πίσω από τον Χρήστο Μάστορα, κρύβεται ένας ευαίσθητος άντρας και ένας βαθιά συναισθηματικός άνθρωπος. Ο έρωτας τι ρόλο παίζει στη ζωή του; «Εγώ μόνο ερωτεύομαι. Σε όλες μου τις σχέσεις ήμουν πολύ ερωτευμένος. Μάλιστα όλα τα ακραία πράγματα που έκανα στη ζωή μου ήταν για τα μάτια μιας γυναίκας». Τα media τον αντιμετώπισαν με σεβασμό, πέρα από μια φορά που αισθάνθηκε προσβεβλημένος. «Ένα πράγμα με θύμωσε πολύ και ήμουν στο τσακ να κινηθώ νομικά. Πρόκειται για ένα θέμα που αφορούσε το ψέμα που είχε ειπωθεί για την καταγωγή μου. Αλλά σκέφτηκα πως αν το προχωρούσα, θα έδινα σε αυτούς που τα γράψανε και τα είπανε περισσότερη αξία», αρκείται να πει χωρίς να θέλει να επεκταθεί σε περαιτέρω λεπτομέρειες.
Ο απολογισμός του
«Αισθάνομαι πολύ τυχερός για όλα όσα μου έχουν συμβεί. Τίποτα, όμως, δεν έγινε τυχαία. Αυτά τα χρόνια που βρίσκομαι στο προσκήνιο, έχω δουλέψει πάρα πολύ, αλλά αισθάνομαι ακόμα διψασμένος και πως δεν έχω κάνει τίποτα μέχρι σήμερα. Όπως επίσης αισθάνομαι πως έχει ανηφόρα ακόμα ο δρόμος και ελπίζω να είναι για πάντα ανηφόρα. Αυτό έχει νόημα για μένα. Επίσης νόημα μου δίνουν οι άνθρωποί μου και αυτοί που είναι γύρω μου». Πλέον δεν είναι ο Χρήστος που δούλευε στα 20 του στο μπαράκι της Πάρου, αλλά ο Χρήστος Μάστορας, ένα αναγνωρίσμιμο πρόσωπο. Πως το αντιμετωίζει αυτό στην καθημερινότητά του; «Δεν μου αρέσει να είμαι στα φώτα της δημοσιότητας, πέρα από πράγματα που αφορούν τη δουλειά μου. Στην προσωπική μου ζωή θέλω να είμαι με τους φίλους μου, να νιώθω όμορφα, προστατευμένος και χωρίς καθόλου άγχος. Εννοείται πως δεν θα πω ποτέ όχι σε μια selfie ή σε ένα διάλογο με τον κόσμο. Εξάλλου, είναι πάντα χρήσιμο να ανταλλάζεις απόψεις με τους ανθρώπους». Δεδομένου πως έχει απήχηση όχι μόνο σε μικρούς, αλλά και σε μεγάλους, είμαι περίεργος να μάθω ποιά είναι η πιο συχνή ερώτηση που του κάνουν όταν τον σταματούν στο δρόμο. «Η πιο συχνή ατάκα που ακούω είναι ‘’Αρέσεις στην μητέρα μου, είσαι ο αγαπημένος της’’. Αυτό μου το λένε πολύ συχνά και χαίρομαι πάρα πολύ όταν τον ακούω»
