Λάκης Γαβαλάς: «Βιάστηκα να απασχοληθώ με τις γυναίκες και τις βαρέθηκα γρήγορα»

Ήταν Οκτώβριος του 2013, όταν ο δημοσιογράφος Μαρίνος Βυθούλκας είχε συναντήσει τον Λάκη Γαβαλά για να κάνουν μια συνέντευξη που λίγες μέρες μετά, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό People. Είχαν περάσει μόλις τέσσερις μήνες που ο Λάκης Γαβαλάς είχε αποφυλακιστεί. Παρακάτω ακολουθεί ένα μεγάλο απόσπασμα, στο οποίο ο μοναδικός Λάκης, περιγράφει τα παιδικά του χρόνια, την σχέση με την οικογένειά του, τον γάμο που έκανε με την Σουηδέζα Toril, την παραμονή του στις φυλακές, αλλά και το πρώτο 24ωρο της ελευθερίας του.
25 Iουνίου 2013. Μεσημέρι. Ο Λάκης Γαβαλάς περνάει την πόρτα των φυλακών Κορυδαλλού. Αυτή τη φορά χωρίς χειροπέδες. Όλες οι κάμερες και τα μικρόφωνα είναι στραμμένα επάνω του. Η σύλληψη, αλλά και η παραμονή στις φυλακές γίνεται πηγή έμπνευσης για την Madonna. «Όταν βγήκα, μίλησα με τον Giovanni Bianco , στενό συνεργάτη της Madonna o οποίος μου είπε ότι έχουν κάνει ένα project με θέμα τις φυλακές που λέγεται Revolution. Όλο αυτό εμπνεύστηκε από μένα. Η εικόνα ξεκινάει με την Madonna να βρίσκεται πίσω από τα σίδερα. Βέβαια, το συγκεκριμένο project είχε πολιτικό χαρακτήρα. Οι άνθρωποι σκοτώνονται, διότι όλοι συμμετέχουν στο να σκοτώνονται. Με το που βγήκα, δεν πήρα αναπνοή και μπήκα κατευθείαν στον ανταγωνισμό. Αυτή τη φορά με την Madonna». Είναι τόσο ιδιαίτερος και χειμαρρώδης. Ποιος είναι τελικά ο Λάκης Γαβαλάς;
«Αυτό που λάτρευα στον πατέρα μου και μισούσα στην μητέρα μου»
Γεννήθηκε στον Πειραιά. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του έζησε στον Προφήτη Ηλία σε ένα σπίτι με κινηματογραφική θέα στο Μικρολίμανο και την Καστέλα. Στην συνέχεια, η οικογένεια μετακομίζει στον Κορυδαλλό. Με τις δυο μικρότερες αδελφούλες του, την Νούλη και τη Νότα, είχαν πάντα άριστες σχέσεις. «Η μαμά μας έκανε ανά πενταετία. Γεννήθηκα πρώτα εγώ, μετά η Νούλη που είναι πέντε χρόνια μικρότερη και τελευταία η Νότα». Τι είναι αυτό που θυμάται από τα παιδικά του χρόνια; «Ήμουν σαν τα έντομα. Πήγαινα παντού, προσπαθούσα να μάθω από τους άλλους. Από μικρός είχα το αίσθημα της φιλοδοξίας και το εμπέδωνα μέσα μου», εξομολογείται. Η μητέρα του δεν δούλεψε ποτέ, καθώς ο Διονύσης Γαβαλάς την ήθελε στο σπίτι να μεγαλώνει τα παιδιά. Εκείνος, ήταν βιομήχανος, ενώ στην κατοχή του είχε μηχανήματα κοπής μαρμάρων. Το εργοστάσιο της οικογένειας ήταν στην λεωφόρο Κηφισού, μεταξύ της Ιεράς οδού και της Πέτρου Ράλλη. «Πήγαινα στο εργοστάσιο, αλλά ο μπαμπάς κάθε τόσο με έδιωχνε, διότι δεν τα πήγαινα καθόλου καλά με αυτά. Δεν ήθελα να ξέρω. Ήμουν γεννημένος καλλιτέχνης και δεν μπορούσα να δημιουργήσω. Η επιχείρηση ήταν έτοιμη και εγώ θα έπρεπε να ήμουν ένας υπάλληλος». Αλήθεια, με ποιόν από τους δυο γονείς τα πήγαινε καλύτερα; «Το πρωί με τον μπαμπά, το μεσημέρι με τη μαμά, το βράδυ με τη γιαγιά. Χρησιμοποιούσα την οικογένεια μια χαρά κι εκείνοι εμένα. Λάτρευα τις φωνές του μπαμπά και μισούσα την μεγάλη καλοσύνη της μητέρας μου να με παίρνει συνέχεια στα γόνατά της», λέει με το γνωστό του χιούμορ. Δεν του άρεσε ποτέ να τον καλοπιάνουν. Σε όλη του την ζωή τον ακολουθεί το μότο «Ζήσε και άφησε να ζήσουν». Ο Λάκης μεγαλώνει, μαθαίνει και θέλει να ανοίξει τα φτερά του για καινούργιες περιπέτειες. «Το πρώτο μου ταξίδι χωρίς τους γονείς μου είναι με την γαλλική σχολή στο Μον Πελιέ».

Η πρώτη ερωτική απογοήτευση και ο γάμος στην Ελβετία!
Πάντα ανατρεπτικός, ο Λάκης αποκαλύπτει την πρώτη του ερωτική απογοήτευση. «Στο σχολείο, όταν με χαστούκισε η δασκάλα γιατί της είπα ‘’τικ τακ το τακουνάκι σου’’. Ήμουν εννέα ετών. Βιάστηκα να απασχοληθώ με τις γυναίκες και μπορεί γι αυτό να τις βαρέθηκα και γρήγορα». Σε ηλικία 19 ετών ξεκινάει να χορεύει στο μπαλέτο του Βαγγέλη Σειληνού. Την ίδια περίοδο, η RAI ψάχνει ταλέντα να χορέψουν στην κρατική τηλεόραση της Ιταλίας. Ο Λάκης είναι ένα από αυτά τα ταλέντα και μετακομίζει στην Ιταλία. «Εκεί έμαθα πολλά πάνω στην κινησιολογία και το body language». Μάλιστα, τότε είναι η περίοδος που γνωρίζει μια κοπέλα, με την οποία μετέπειτα παντρεύονται. «Είχα μια σχέση εννέα χρόνια και παντρεύτηκα με πολιτικό γάμο στην Ελβετία. Ήταν Σουηδέζα. Λέγεται Toril Johansson και ήταν μοντέλο. Γνωριστίκαμε το 1971. Όταν φτάσαμε στην Ελλάδα το 1979, ήμουν σε μια υστερία και με τα νεύρα που είχα χωρίσαμε». Ο χωρισμός του σηματοδοτεί μια καινούργια αρχή, διότι από τον χορό μεταπηδά στο εμπόριο. «Όλο αυτό έγινε στην Ιταλία χάρη στον Nicola Trussardi του οποίου έκανα τις χορευτικές επιδείξεις. Όταν ήμουν μικρός είχα φοβερή αυτοπεποίθηση. Ξεχώριζα. Είχα σγουρά μαλλιά και fit κορμί . Όσο γρήγορα μπήκα στον χορό, τόσο πιο γρήγορα βγήκα, διότι με συνεπήρε το επιχειρηματικό δαιμόνιο, το οποίο είχε να κάνει με τα ρούχα. Ουσιαστικά, σχεδίαζα μόνο τα δικά μου ρούχα. Ήμουν πάντα για πολλούς σχεδιαστές το ορόσημό τους. Κάτι που τους ερέθιζε. Αυτό σημαίνει πως είχα κάνει μια καλή σχολή πάνω στον εαυτό μου».

Το κελί με τη νάιλον κουρτίνα και τα αρωματικά χώρου
Κατά την διάρκεια της παραμονής του στις φυλακές Κορυδαλλού, τον επισκέφθηκαν γνωστά πρόσωπα των media. «Ήρθε ο Φώτης Σεργουλόπουλος, η Τζένη Μπαλατσινού και ο Γιώργος Μαζωνάκης. Μετά έκανα ένα stop. Δεν άφησα πολλούς να θεωρήσουν πως μπορούν να έρθουν να με δουν. Ξέρω όμως πως κάποιοι κολλητοί μου φίλοι, δεν χειρίστηκαν καλά το θέμα. Η επικοινωνία δεν είναι μόνο όταν έρχεται κάποιος να σε δει στη φυλακή. Μπορεί να γίνει και με ένα έξυπνο βιβλίο. Ένας κρατούμενος που είχε σκοτώσει τον εραστή του, μου έκανε δώρο το βιβλίο ‘’Δυο αγόρια ερωτευμένα, το οποίο αν το διαβάσεις είναι συγκλονιστικό. Είμαι ένα ιδιαίτερο άτομο και αυτό φάνηκε, διότι άντεξε την φυλακή μόνος με τέσσερα-πέντε άτομα τριγύρω. 14 μήνες δεν πήρα ούτε μια ασπιρίνη», εξομολογείται. Σε μια πρόσφατη συνέντευξή, δήλωσε πως διακόσμησε το κελί του, ενώ παράλληλα το έκανε λιγότερο άθλιο απ’ ότι ήταν. «Καταρχήν, έφερα δυο σφουγγαρίστρες με όλα τους τα εξαρτήματα, αλλά και μια νάιλον κουρτίνα που την έβαλα στην ντουζιέρα του κελιού σαν διαχωριστικό. Είχα αρωματικά χώρου, αλλά και δυο πατάκια. Έβγαλα όμως και τρία τραπέζια που ήταν περιττά. Όποιος ήθελε να κάνει μια μεγάλη τιμωρία σε μένα, το κατάφερε. Η τιμωρία έγινε και ήταν πολλαπλή. Αν καταναλώσεις μεγάλες ποσότητες αλκοόλ, το μυαλό μουδιάζει. Στην φυλακή δεν πίναμε αλκοόλ και έπρεπε να κάνω μεγάλη αυτοσυγκέντρωση ώστε να αποκοιμίζω το μυαλό μου. Ένα μυαλό που το χρησιμοποιούσα πάντα για δραστηριότητες. Έπρεπε να δώσεις σημασία σε κάποιους ανθρώπους, προκειμένου να μην ασχολούνται αρνητικά μαζί σου. Αν κάποιος ασχοληθεί αρνητικά μαζί σου, μπορεί να τον σκοτώσεις χωρίς να το πάρεις είδηση». Τελικά, τι ήταν αυτό που του έμαθε η φυλακή; «Η φυλακή μου έμαθε να μιλάω περισσότερο, να ζαλίζονται οι άλλοι και να μην προλαβαίνουν να αντιδρούν». Σε ένα κλειστό και σκληρό χώρο όπως εκείνον της φυλακής, υπήρχαν διακρίσεις; «Βέβαια υπήρχαν, αλλά ποιος τους έδινε σημασία; Λένε πως όσο πιο μαφιόζος είσαι στη φυλακή, τόσο καλύτερα περνάς. Εγώ, απείχα από τα πάντα. Δεν μιλούσα με πολλούς. Μου έκαναν όμως κρούσεις. Είχα φλερτ παντός τύπου. Είτε κυριαρχίας, είτε κανονικά φλερτ. Δεν ενέδωσα ποτέ. Μετά από τους πρώτους τρεις μήνες εγκλεισμού που ήταν πολύ σκληροί, θεώρησα ότι είμαι σε ένα σεξ και είχα να κάνω με ένα σεξ. Σαν να είμαι σε μια φωτογράφιση ή ένα γύρισμα. Υποδυόμουν ένα ρόλο τύπου prison break».

Το πρώτο 24ωο της ελευθερίας του
Η εκκεντρική προσωπικότητα του Λάκη Γαβαλά, σε συνδυασμό με την άνετη ζωή ήταν κάτι που προκαλούσε; «Έπρεπε να είναι έτσι. Όταν όμως έρχονταν ξένοι φιλοξενούμενοί στη Μύκονο, δεν τους έβρεχα με σαμπάνιες. Στο σπίτι μου έχουν έρθει ποιητές και διανοούμενοι. Τους πήγαινα στην Δήλο για να τους δείξω πως είναι ο ομφαλός της γης. Όλα αυτά αγνοήθηκαν. Απ’ ότι αποδείχθηκε, δεν είμαι ούτε η Vivian Westwood, ούτε ο John Galliano, ούτε ο Tom Ford που ζούσαν στην απόλυτη χλιδή, αλλά είμαι όλα αυτά μαζί και ως star θα έπρεπε να πληρώνομαι. Αυτό επιθυμώ για την υστεροφημία μου. Να γίνω βαθύπλουτος από τη μόδα, γιατί την κατέχω πολύ καλά». Πως ήταν η πρώτη μέρα της ελευθερίας του; «Η πρώτη μου σωματική κίνηση, ήταν χορευτική. Έκανα ένα σπαγγάτο και διαπίστωσα πως το μυϊκό μου σύστημα είναι εντάξει. Ήρθε και με πήρε από τον Κορυδαλλό ένας φίλος μου με ένα υπέροχο αυτοκίνητο. Ξέρεις, από αυτά που έχουν μέσα mini bar και ψυγείο. Με ρώτησε αν θέλω να πιω κάτι και ζήτησα νερό. Σταματάει στο πρώτο περίπτερο και εκεί γίνεται και ο πρώτος τσακωμός. ‘’Είναι δυνατόν να έχεις αυτό το αυτοκίνητο και να με σταματάς στο περίπτερο για να πάρω νερό’’, του λέω. Η εξτραβαγκάνζα μου, ξεκινάει από το περίπτερο. Ύστερα, πήγα στο ξενοδοχείο ενός πολύ καλού μου φίλου, που βρίσκεται πάνω στη θάλασσα, δίπλα σε ένα δασάκι. Ήταν ότι καλύτερο. Ανέπνευσα οξυγόνο. Το βράδυ, κάναμε ένα dinner για πέντε και την επόμενη μέρα τα περιοδικά έγραψαν πως έκανα πάρτι. Πάντα μιλούσαν για τα πάρτι μου, για’ αυτό και εγώ τώρα θα μιλάω για την πάρτη μου».
